σάλεμα


σάλεμα
[салэма] ουσ. о. двигание, передвигание, качание.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "σάλεμα" в других словарях:

  • σάλεμα — το, ατος 1. ελαφρή μετακίνηση, μετατόπιση. 2. κούνημα, κλονισμός: Σάλεμα της γης. 3. πάθηση του νου: Σάλεμα του νου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλεμα — το, Ν βλ. σάλευμα …   Dictionary of Greek

  • αλαφροσάλεμα — το [αλαφροσαλεύω] ελαφρό σάλεμα, ελαφριά μετακίνηση …   Dictionary of Greek

  • αλλακτός — και χτός, ή, ό (Α ἀλλακτός, ή, όν) [ἀλλάσσω] νεοελλ. αυτός που μπορεί να αλλαχθεί, να αντικατασταθεί, να αναπληρωθεί 2. αυτός που προήλθε από ανταλλαγή 3. ιδιότροπος, παράξενος 4. α) παιδί τών νεράιδων καχεκτικό και ελαττωματικό, που αυτές… …   Dictionary of Greek

  • κούνημα — το [κουνώ] 1. λίκνισμα, σάλεμα 2. αιώρηση, ταλάντευση 3. τράνταγμα, κλονισμός 4. νεύμα 5. στον πληθ. τα κουνήματα θηλυπρεπείς κινήσεις, ακκισμοί, καμώματα, νάζια …   Dictionary of Greek

  • παρασάλεμα — ατος, το μικρή κίνηση, μετακίνηση, κούνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + σάλεμα] …   Dictionary of Greek

  • σάλευμα — το, ΝΑ, και σάλεμα Ν [σαλεύω] 1. μικρή μετακίνηση, μετατόπιση 2. απώλεια τής ισορροπίας ενός πράγματος από φυσικά ή τεχνητά αίτια, ταλάντευση, λίκνισμα νεοελλ. μτφ. απώλεια τού λογικού ειρμού τών σκέψεων, παραφροσύνη, τρέλα αρχ. ασταθής κίνηση,… …   Dictionary of Greek

  • κίνηση — η 1. η μεταβολή θέσης, κίνημα, σάλεμα: Έκανε μια αντανακλαστική κίνηση. 2. ο τρόπος κατά τον οποίο κινείται κάτι: Η χορεύτρια έκανε χαριτωμένες κινήσεις. 3. κυκλοφορία τροχοφόρων, πεζών κ.ά.: Υπάρχει μεγάλη κίνηση στο δρόμο αυτό. 4. δράση,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κούνημα — το, ατος 1. σάλεμα, ταλάντευση, μετατόπιση. 2. σεισοπυγισμός: Τα κουνήματά της δείχνουν πως είναι απ εκείνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παιχνίδισμα — το, ατος ελαφρό παιχνίδι, το σάλεμα δώθε κείθε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.